
Η λέξη μαγκιά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού λεξιλογίου. Απαντάται παντού, στον γραπτό και στον προφορικό λόγο, και συνήθως αποτελεί εκδήλωση εξυπνάδας και κουτοπονηριάς. Ο Μπαμπινιώτης λέει ότι μαγκιά σημαίνει η νταηλίδικη συμπεριφορά, η ψευτοπαλικαριά και η ικανότητα να πετυχαίνει κανείς αυτό που θέλει. Στην προπολεμική περίοδο, στα χρόνια της παράγκας, της φασολάδας και του κρεμμυδιού, ο μάγκας -άρα και οι μαγκιές που έκανε- ήταν η επιτομή του ανδρισμού. Θα τολμούσα να πω, ήταν το λαϊκό ανδρικό πρότυπο. Βαρύς, με μακρύ μουστάκι, με ελαφρώς κυρτωμένους ώμους και περίεργο περπάτημα, με παπούτσια με γυρισμένες μύτες και το κομπολόι ανά χείρας ήταν το αμόρε του λαϊκού γυναικείου πληθυσμού. Αργότερα το όνομα του μάγκα συνδέθηκε με την κουλτούρα του ρεμπέτικου, για να εξανεμιστεί ως ανδρικό μοντέλο στις μέρες μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παραμείνει παραφθαρμένη εννοιολογικά μόνον η λέξη μαγκιά. Θα θυμάστε ίσως τους στίχους του Μανώλη Ρασούλη:
«Οι μάγκες δεν υπάρχουν πια, τους πάτησε το τρένο, με μάγκικο σαλπάρανε με ναργιλέ σβησμένο...».
1 σχόλιο:
Αυτό θυμίζει καί τήν σημερινή νοοτροπία που επικρατεί στα ορεινά χωριά. Δηλαδή θεωρούν ώς ένδειξη 'ανδρισμού' τα μαύρα πουκάμισα, τήν οπλοκατοχή καί την οπλοχρησία (άνευ λόγου), τίς χρυσές αλυσίδες να ξεπροβάλουν από παντού ώς ένδειξη πλουτισμού (άν είναι δυνατόν) σύν τήν υπερβολική κατανάλωση κρασιού ώς ένδειξη πολλών αντοχών...
Τελικά νόημα καί βαρύτητα παίρνουν οι λέξεις από τήν πορεία των ανθρώπων ή οι άνθρωποι 'ντύνονται' με αυτές προκειμένου να αποκτήσουν μία ταυτότητα, αλλά λόγω έλλειψης σωστής υποδομής καί δίχως το ανάλογο υπόβαθρο, τελικά τίς παρερμηνεύουν καί καταλήγουν καρικατούρες...?!
Δημοσίευση σχολίου