
..........Μα ο Νικόλας, που κρέμασε στον ώμο το δισάκι του με το μισό πλαστό ψωμί, μια χούφτα από μυτζήθρα και πέντε έξι κρεμμύδια, κατηφόρισε με τα πόδια, μη ξέροντας και μη ρωτώντας τίποτα - αφού ούτε τον ένοιαζε πόσον καιρό θα περπατούσε (δε θα ΄ταν ώρες, ούτε μέρες), κοιτάζοντας πάντα μπροστά του, αγναντεύοντας στο μάκρος, όπου τελειώναν τα βουνά ή ο κάμπος, με τον καημό να φτάσει τελικά στη θάλασσα, όχι γιατί την είχε πεθυμήσει -ούτε την είχε ξαναδεί- ή που της είχε αγάπη, αλλά γιατί ήταν σίγουρο ότι εκεί, στην αγκαλιά της, θα ΄βρισκε τη Σαλονίκη. Και έκανε όλον το δρόμο περπατώντας. Μόνο που κάποιαν ώρα- ήταν μεσημέρι κι έκαιγε ο ήλιος στο κεφάλι του, τέλειωνε το δάσος κι απλωνόταν ένα πλάτωμα κατάχλωμο και θερισμένο- έπεσε πάνω στις γραμμές του τρένου απροσδόκητα. Και από κει και πέρα δεν τις άφησε, ρωτώντας και μαθαίνοντας πως -το ΄θελε δεν το ΄θελε- θα τον κατέβαζαν στην πολιτεία. Και απ΄αυτό μπορεί να βγήκε ότι κατέβηκε στη Σαλονίκη με το σιδηρόδρομο.
Νίκος Μπακόλας (1927-1999) Μυθολογία
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου