
τ’ αλέτρι τους θ’ ετοίμαζε τη σπορά κι οι ψυχές θ’ οργώναν αγάπη.
Τα ποτάμια θα μέρευαν μεμιάς, οι καρδιές θάλασσες γαλήνιες.
Τα γιοφύρια θα στεριώνονταν πια να πατήσει γερά ο λαός μου.
Στ’ αμπέλια θα ‘σταζε κρασί κι ένας Διόνυσος μπεκρής θα μου γελούσε.
Οι πορτοκαλιές θα ‘βγαζαν χυμό κι οι λωτοφάγοι θα βρίσκαν Ιθάκη.
Αεράκι, δροσιά η αγάπη.

θα μάς κράταγε ο ουρανός στα φτερά της. Θα μέστωνε η ψυχή μας.
Δε θα υπήρχαν μετανάστες πουλιά, στις πατρίδες οι σπουργίτες θα μέναν.
Μες στα υγρά τ’ αμπάρια δε θα στράγγιζε η ζωή, οι γλάροι λεύτεροι θα ‘ταν.
Θα γκρέμιζε τους γκρίζους τοίχους η σιωπή να χτιστεί της γης το τραγούδι.
Και μια ξεκούρδιστη κιθάρα θα το ‘λεγε σιγά
ως να γυρίσει ο ήλιος απ’ τη κορφή,
ως η αλήθεια η γυμνή να ζεσταθεί σαν θα ξεγυμνωθεί απ’ το ψέμα.
Θα φορούσε η καρδιά σου αγάπη.

να γεννηθούν άνθρωποι να δώσουν καινούριες πατρίδες.
Μα μη λησμονήσεις για μένα έν’ αχνιστό καρβέλι με γη.
Να χορτάσουμ’ αγάπη.
Χριστίνα Καραγιάννη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου